τσουγκράνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσουγκράνα τσουγκράνες
γενική τσουγκράνας τσουγκρανών
αιτιατική τσουγκράνα τσουγκράνες
κλητική τσουγκράνα τσουγκράνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τσουγκράνα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μια ξύλινη τσουγκράνα

τσουγκράνα θηλυκό

  • εργαλείο με μακριά λαβή και μεταλλικά δόντια που χρησιμοποιείται για το μάζεμα των πεσμένων φύλλων, για ένα ελαφρό σκάψιμο του επιφανειακού χώματος και άλλες εργασίες

32πχ Μεταφράσεις[]