Μετάβαση στο περιεχόμενο

rarely

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός rarely
συγκριτικός more rarely
υπερθετικός most rarely

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
rarely < rare + -ly

Επίρρημα

[επεξεργασία]

rarely (en)

  • σπάνια
    παράδειγμα  Over half of those questioned said they rarely did any exercise.
    Πάνω από τους μισούς από όσους ερωτήθηκαν είπαν ότι σπάνια έκαναν γυμναστική.