recrimination

From Βικιλεξικό
Jump to navigation Jump to search

Αγγλικά (en) [edit]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[edit]

recrimination (en)

  1. κατηγορία εναντίον κάποιου που σε κατηγόρησε προηγουμένως
  2. (στον πληθυντικό) αντεγκλήσεις, αλληλοκατηγορίες