αλληλοκατηγορία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αλληλοκατηγορία θηλυκό
- (συνήθως στον πληθυντικό) αμοιβαία κατηγορία, αντέγκληση
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις αλληλοκατηγορούμαι, αλληλο- και κατηγορώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αλληλοκατηγορία