Μετάβαση στο περιεχόμενο

reject

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
reject rejects

reject (en)

ενεστώτας reject
γ΄ ενικό ενεστώτα rejects
αόριστος rejected
παθητική μετοχή rejected
ενεργητική μετοχή rejecting

reject (en)

  • απορρίπτω
    παράδειγμα  He rejected my suggestion as impractical.
    Απέρριψε την πρότασή μου ως μη πρακτική.