reubeu
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| reubeu | reubeus |
reubeu (fr) αρσενικό
- → δείτε τη λέξη beur
| ενικός | πληθυντικός |
| reubeu | reubeus |
reubeu (fr) αρσενικό