Μετάβαση στο περιεχόμενο

rod

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
rod rods

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rod (en)

  1. (συνήθως σε σύνθετα) η βέργα, η ράβδος, σχετικά μακρύ και μικρής διατομής κομμάτι ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού
    παράδειγμα  He supported the tomato plant with a rod.
    Στήριξε την ντομάτα με μια βέργα.
    παράδειγμα  I finally managed to fix the curtain rods above the windows.
    Κατάφερα επιτέλους να στερεώσω τις κουρτινόβεργες πάνω από τα παράθυρα.
    παράδειγμα  The concrete is reinforced with steel rods.
    Το σκυρόδεμα είναι οπλισμένο με σιδερένιες ράβδους.
    παράδειγμα  He put new iron rods on the door for security.
    Έβαλε καινούρια σίδερα στην πόρτα για ασφάλεια.
     συνώνυμα: bar
  2. το καλάμι του ψαρέματος
    παράδειγμα  He always takes his rod with him to the lake.
    Παίρνει πάντα μαζί του το καλάμι (ψαρέματος) όταν πάει στη λίμνη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fishing rod



Βοσνιακά (bs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rod (bs)

  1. το γένος
  2. η σχέση



Σερβικά (sr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rod (sr)

  • λατινική γραφή του род



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rod (sk)

  1. (γραμματική), (κοινά) το γένος



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

rod (cs)

  1. (γραμματική), (κοινά) το γένος