rod
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| rod | rods |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rod (en)
- (συνήθως σε σύνθετα) η βέργα, η ράβδος, σχετικά μακρύ και μικρής διατομής κομμάτι ξύλου, μετάλλου ή άλλου υλικού
He supported the tomato plant with a rod.
- Στήριξε την ντομάτα με μια βέργα.
I finally managed to fix the curtain rods above the windows.
- Κατάφερα επιτέλους να στερεώσω τις κουρτινόβεργες πάνω από τα παράθυρα.
The concrete is reinforced with steel rods.
- Το σκυρόδεμα είναι οπλισμένο με σιδερένιες ράβδους.
He put new iron rods on the door for security.
- Έβαλε καινούρια σίδερα στην πόρτα για ασφάλεια.
- ≈ συνώνυμα: bar
- το καλάμι του ψαρέματος
He always takes his rod with him to the lake.
- Παίρνει πάντα μαζί του το καλάμι (ψαρέματος) όταν πάει στη λίμνη.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fishing rod
Πηγές
[επεξεργασία]
Βοσνιακά (bs)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rod (bs)
Σερβικά (sr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rod (sr)
- λατινική γραφή του род
Σλοβακικά (sk)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rod (sk)
- (γραμματική), (κοινά) το γένος
Τσεχικά (cs)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]rod (cs)
- (γραμματική), (κοινά) το γένος