Μετάβαση στο περιεχόμενο

russophobe

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
russophobe < russo- + -phobe

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
russophobe russophobes

russophobe (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη russe