rzęsa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʒɛ̃w̃sa/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

rzęsa (pl) θηλυκό

  1. η βλεφαρίδα
  2. (βοτανική) είδος μικρού νούφαρου (Lemna minor L.)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]