sémiotique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
sémiotique sémiotiques

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sémiotique (fr) θηλυκό