Μετάβαση στο περιεχόμενο

séparabilité

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
séparabilité séparabilités

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

séparabilité (fr) θηλυκό