salad

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

salad (en)

  1. σαλάτα
  2. οποιοδήποτε σαλατικό, κυρίως το μαρούλι