Μετάβαση στο περιεχόμενο

sarcelle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sarcelle sarcelles

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

sarcelle (fr) θηλυκό

Ομώνυμα / Ομόηχα

[επεξεργασία]