satire
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| satire | satires |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]satire (en)
- (λογοτεχνία, θέατρο) η σάτιρα
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| satire | satires |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]satire (fr) αρσενικό
- (λογοτεχνία, θέατρο) η σάτιρα