Μετάβαση στο περιεχόμενο

satire

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
satire satires

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

satire (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
satire satires

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

satire (fr) αρσενικό