schenken

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

schenken 

Ρήμα[επεξεργασία]

schenken (nl) (αόρ. : schonk, παθ. μτχ. : geschonken)