schijnen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

schijnen 

Ρήμα[επεξεργασία]

schijnen (nl) (αόρ. : scheen, παθ. μτχ. : geschenen)