schooner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈskuːnə/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία en[επεξεργασία]

πρώιμος 18ος αιώνας: schooner, ίσως από το διαλεκτικό (τοπολαλιά) scun που σημαίνει: «γλιστρώ, διασχίζω επιφανειακά και κατά μήκος», επηρεασμένο από ολλανδικές λέξεις που αρχίζουν με sch-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

schooner (en) ενικός
schooners (en) πληθυντικός
σκούνα:

  1. (ναυπηγικός όρος), (ναυτικός όρος) ιστιοφόρο με δύο ή περισσότερα κατάρτια, στο οποίο συνήθως ο πρώριστος (το μπροστινό κατάρτι) είναι μικρότερος από τον κεντρικό ιστό
  2. Πρότυπο:ποτοπ μεγάλο ποτήρι για σέρρυ (ισπανικός ενισχυμένος οίνος sherry)