semilla

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

semilla (es) θηλυκό

la semilla del mal, ο σπόρος του κακού