sensual

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

sensual (en)

  1. αισθησιακός (για το παρουσιαστικό)
  2. ευχάριστος για τις αισθήσεις

Δείτε επίσης[επεξεργασία]