shack

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

shack

  • πρόχειρη καλύβα, παράγκα ή καταφύγιο

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

shack

  • συζώ σε σπίτι άλλου ως εραστής ή μένω ως εραστής μαζί με άλλον