shove

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

shove (en)

  1. η σπρωξιά


Ρήμα[επεξεργασία]

shove (en)

  1. σπρώχνω δυνατά