siano

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɕãnɔ/
ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

siano (pl) ουδέτερο

  1. το σανό
  2. (αργκό) τα λεφτά