Μετάβαση στο περιεχόμενο

sister-in-law

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
sister-in-law < sister + in-law

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
sister-in-law sisters-in-law

sister-in-law (en) (οικογένεια)

  1. η νύφη, η σύζυγος του αδελφού
    παράδειγμα  My brother’s spouse is Alicia. Alicia is my sister-in-law.
    Η σύζυγος του αδελφού μου είναι η Αλίσια. Η Αλίσια είναι η νύφη μου.
  2. η κουνιάδα, η ανδραδέλφηγυναικαδέλφη, η αδελφή του/της συζύγου
    παράδειγμα  My spouse’s sister is Eleni. Eleni is my sister-in-law.
    Η αδελφή του/της συζύγου μου είναι η Ελένη. Η Ελένη είναι η κουνιάδα μου.
  3. η συννυφάδα, η μπατζανάκισσα, η σύζυγος του αδελφού του/της συζύγου
    παράδειγμα  My spouse’s brother is John. John is married to Athena. Athena is my sister-in-law.
    Ο αδελφός του/της συζύγου μου είναι ο Γιάννης. Ο Γιάννης είναι παντρεμένος με την Αθηνά. Η Αθηνά είναι η συννυφάδα μου.
    παράδειγμα  Catherine is my sister-in-law; we are sisters-in-law because we have married two brothers.
    Η Κατερίνα είναι η συννυφάδα μου· είμαστε μπατζανάκισσες γιατί έχουμε παντρευτεί δύο αδελφούς.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]