sister-in-law
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sister-in-law | sisters-in-law |
sister-in-law (en) (οικογένεια)
- η νύφη, η σύζυγος του αδελφού
My brother’s spouse is Alicia. Alicia is my sister-in-law.
- Η σύζυγος του αδελφού μου είναι η Αλίσια. Η Αλίσια είναι η νύφη μου.
- η κουνιάδα, η ανδραδέλφη/η γυναικαδέλφη, η αδελφή του/της συζύγου
My spouse’s sister is Eleni. Eleni is my sister-in-law.
- Η αδελφή του/της συζύγου μου είναι η Ελένη. Η Ελένη είναι η κουνιάδα μου.
- η συννυφάδα, η μπατζανάκισσα, η σύζυγος του αδελφού του/της συζύγου
My spouse’s brother is John. John is married to Athena. Athena is my sister-in-law.
- Ο αδελφός του/της συζύγου μου είναι ο Γιάννης. Ο Γιάννης είναι παντρεμένος με την Αθηνά. Η Αθηνά είναι η συννυφάδα μου.
Catherine is my sister-in-law; we are sisters-in-law because we have married two brothers.
- Η Κατερίνα είναι η συννυφάδα μου· είμαστε μπατζανάκισσες γιατί έχουμε παντρευτεί δύο αδελφούς.