slay

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

slay (en), αόριστος: slew, παθητική μετοχή slain

  1. δολοφονώ
  2. υπερνικώ