Μετάβαση στο περιεχόμενο

solaire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
solaire solaires

solaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό