spokesperson
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| spokesperson | spokespeople |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]spokesperson (en)
- ο/η εκπρόσωπος τύπου, για γυναίκες ή άντρες
The government spokesperson was caught off guard by journalists.
- Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πιάστηκε αμελέτητος από τους δημοσιογράφους.