spool

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

spools (2)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

spool (en)

  1. πηνίο
  2. καρούλι