πηνίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Διάφορες μορφές απλών πηνίων.
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πηνίο πηνία
γενική πηνίου πηνίων
αιτιατική πηνίο πηνία
κλητική πηνίο πηνία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηνίο < αρχαία ελληνική πηνίον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πηνίο ουδέτερο

  1. (ηλεκτρολογία) ηλεκτρικός αγωγός (συνήθως χάλκινο σύρμα) που έχει τυλιχτεί γύρω από έναν πυρήνα ή σε σχήμα κυλινδρικής σπείρας και όταν διαρρέεται από ρεύμα δημιουργεί μαγνητικό πεδίο

Συνώνυμα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]