Μετάβαση στο περιεχόμενο

stamfi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
stamfi < γερμανικά stampfen.
ρήμα stamfi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας stamfas stamfanta stamfata
αόριστος stamfis stamfinta stamfita
μέλλοντας stamfos stamfonta stamfota
υποθετική stamfus - -
προστακτική stamfu - -

stamfi (eo)