stempel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stempel (pl) αρσενικό

  1. η σφραγίδα
     συνώνυμα: pieczątka
  2. (αρχιτεκτονική) η κολώνα, η δοκός στήριξης