stooge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

stooge (en)

  1. αυτός που με τη θέλησή του γίνεται τυφλό όργανο κάποιου άλλου
  2. βοηθός κωμικού