Μετάβαση στο περιεχόμενο

subjectivity

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
subjectivity < subjective + -ity

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

subjectivity (en)

  • η υποκειμενικότητα
    παράδειγμα  Art allows a great deal of subjectivity in interpretation.
    Η τέχνη επιτρέπει μεγάλη υποκειμενικότητα στην ερμηνεία.
    παράδειγμα  We are trying to reduce subjectivity in the selection process.
    Προσπαθούμε να μειώσουμε την υποκειμενικότητα στη διαδικασία επιλογής.
     αντώνυμα: objectivity