subjectivity
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- subjectivity < subjective + -ity
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]subjectivity (en)
- η υποκειμενικότητα
Art allows a great deal of subjectivity in interpretation.
- Η τέχνη επιτρέπει μεγάλη υποκειμενικότητα στην ερμηνεία.
We are trying to reduce subjectivity in the selection process.
- Προσπαθούμε να μειώσουμε την υποκειμενικότητα στη διαδικασία επιλογής.
- ≠ αντώνυμα: objectivity