Μετάβαση στο περιεχόμενο

suker-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
suker- < γαλλική sucre, γερμανική Zucker...

suker- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: ζάχαρη

Παράγωγα

[επεξεργασία]

...