Μετάβαση στο περιεχόμενο

surdigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
surdigi < surd- + -ig- + -i
ρήμα surdigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας surdigas surdiganta surdigata
αόριστος surdigis surdiginta surdigita
μέλλοντας surdigos surdigonta surdigota
υποθετική surdigus - -
προστακτική surdigu - -

surdigi (eo)