Μετάβαση στο περιεχόμενο

suspensoir

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
suspensoir suspensoirs

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /sys.pɑ̃.swaʁ/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

suspensoir (fr) αρσενικό

  1. (ιατρική, ενδυμασία) ειδικός προστατευτικός επίδεσμος
  2. (αθλητισμός, ενδυμασία) το σπασουάρ
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: σπασουάρ

Συγγενικά

[επεξεργασία]