suspensoir
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| suspensoir | suspensoirs |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /sys.pɑ̃.swaʁ/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]suspensoir (fr) αρσενικό
- (ιατρική, ενδυμασία) ειδικός προστατευτικός επίδεσμος
- (αθλητισμός, ενδυμασία) το σπασουάρ
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ νέα ελληνικά: σπασουάρ
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- suspensoir - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- suspensoir - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé