sweat
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| sweat | sweats |
sweat (en)
- (μη μετρήσιμο) ο ιδρώτας, το υγρό που αποβάλλεται από τους πόρους του σώματος ανθρώπου ή ζώου
I wiped the sweat off my face.
- Σκούπισα τον ιδρώτα από το πρόσωπό μου.
- (συνήθως ενικός) ιδρωμένος, το να είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα
I woke up in a sweat.
- Ξύπνησα ιδρωμένος.
- (μη μετρήσιμο, ανεπίσημο) ο ιδρώτας, κοπιαστική δουλειά
Everything he got, he got by his sweat.
- Ό,τι απέκτησε το απέκτησε με τον ιδρώτα του.
He got rich off the sweat of others.
- Πλούτισε με τον ιδρώτα των άλλων.
He made me sweat with his insistence, but in the end I convinced him.
- Με ίδρωσε με την επιμονή του, αλλά στο τέλος τον έπεισα.
- → και δείτε τη λέξη sweats
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | sweat |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | sweats |
| αόριστος | sweated, sweat |
| παθητική μετοχή | sweated |
| ενεργητική μετοχή | sweating |
sweat (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) ιδρώνω, αποβάλλω ιδρώτα
I sweat/I sweated from the heat/out of fear.
- Ίδρωσα από τη ζέστη/από το φόβο μου.
Don’t run; you will sweat.
- Μην τρέχεις· θα ιδρώσεις.
I am sweating on my face/in my underarms.
- Ιδρώνω στο πρόσωπο/στις μασχάλες.
I’m sweating buckets (=a lot).
- Ιδρώνω πολύ.
- (αμετάβατο) ιδρώνω, για πράγματα όταν στην επιφάνειά τους σχηματίζονται σταγονίδια νερού
The pitcher is sweating.
- Ιδρώνει το κανάτι.
- (αμετάβατο) ιδρώνω, κοπιάζω και κουράζομαι πολύ
We sweat until we made it.
- Ιδρώσαμε ώσπου να τα καταφέρουμε.
- (αμετάβατο, ανεπίσημο) στενοχωριέμαι, ανησυχώ