ιδρώτας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδρώτας ιδρώτες
γενική ιδρώτα
αιτιατική ιδρώτα ιδρώτες
κλητική ιδρώτα ιδρώτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδρώτας < μεσαιωνική ελληνική ἱδρώτας < αρχαία ελληνική ἱδρώς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swidrōs < *sweyd- (ιδρώτας, ιδρώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδρώτας αρσενικό

  1. σωματικό υγρό που εκκρίνεται από τους πόρους του δέρματος μετά από επίπονη άσκηση ή λόγω ζέστης ή από άλλες αιτίες
    Το κορμί του γυάλιζε από τον ιδρώτα. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
  2. το ίδρωμα
  3. (μεταφορικά) προσπάθεια, κόπος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • με έκοψε κρύος ιδρώτας / με έλουσε κρύος ιδρώτας: → βλέπε έκφραση: πάγωσε το αίμα μου
  • με τον ιδρώτα (του προσώπου) μου: συνήθως για να επισημάνουμε ότι έγινε με κόπο και χωρίς τη βοήθεια άλλου

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]