pot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pot (en)

  1. το δοχείο
  2. το ελάχιστο ποσό σε διάφορα παιχνίδια

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

pot (en)

  1. φυτεύω
  2. μαγειρεύω σε πήλινο δοχείο



Βασκικά (eu) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pot (eu)

  1. φιλί



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pot (fr) αρσενικό

  1. το δοχείο
  2. (οικείο) η τύχη
    tu as du pot ! - έχεις τύχη

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pot (pl) αρσενικό

  1. ιδρώτας



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

pot (ro)

  1. 1ο ενικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος « a putea »
  2. 3ο πληθυντικό πρόσωπο του ενεστώτα της οριστικής του ρήματος « a putea »