βάζο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βάζο | τα | βάζα |
| γενική | του | βάζου | των | βάζων |
| αιτιατική | το | βάζο | τα | βάζα |
| κλητική | βάζο | βάζα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||


Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈva.zo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βά‐ζο
- ομόηχο: βάζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βάζο ουδέτερο
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό
- ※ Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
- ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
- […] Οι Γιαπωνέζοι αγαπούν τα λουλούδια όχι για τη μυρωδιά τους παρά για την τέλεια φόρμα τους, για τα ντελικάτα τους χρώματα και για την αρχιτεκτονική τους διάταξη σ’ ένα βάζο ή απάνω στο δέντρο. Γι’ αυτό κι ύψωσαν σε μεγάλη τέχνη τη διάταξη των λουλουδιών στα βάζα, την ικεμπάνα, την «τέχνη να ζωντανεύεις τα λουλούδια». Ο Γιαπωνέζος, αν θέλει αληθινά να λογαριάζεται μορφωμένος, πρέπει να ξέρει ν’ αρμολογάει τα λουλούδια.
- πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διακοσμητικό δοχείο
|
Πηγές
[επεξεργασία]- βάζο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- βάζο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)