βάζο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάζο τα βάζα
      γενική του βάζου των βάζων
    αιτιατική το βάζο τα βάζα
     κλητική βάζο βάζα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένα κινέζικο διακοσμητικό βάζο

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάζο < ιταλική vaso < λατινική vasum / vas

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈva.zɔ/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βάζο ουδέτερο

  1. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό
  2. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]