Μετάβαση στο περιεχόμενο

βάζο

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βάζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βάζο τα βάζα
      γενική του βάζου των βάζων
    αιτιατική το βάζο τα βάζα
     κλητική βάζο βάζα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένα κινέζικο διακοσμητικό βάζο
ένα βάζο γεμάτο καφέ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βάζο < (άμεσο δάνειο) ιταλική vaso < λατινική vasum / vas

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈva.zo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βάζο
ομόηχο: βάζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βάζο ουδέτερο

  1. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό ανοικτό δοχείο, που το χρησιμοποιούμε συνήθως ως διακοσμητικό
      Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο, μ' ένα βάζο λουλούδια ανάμεσά τους. (Μένης Κουμανταρέας, Το λουτρό)
      19ος/20ός αιώνας, Νίκος Καζαντζάκης, Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία-Κίνα, αρχική έκδοση 1938.
    [] Οι Γιαπωνέζοι αγαπούν τα λουλούδια όχι για τη μυρωδιά τους παρά για την τέλεια φόρμα τους, για τα ντελικάτα τους χρώματα και για την αρχιτεκτονική τους διάταξη σ’ ένα βάζο ή απάνω στο δέντρο. Γι’ αυτό κι ύψωσαν σε μεγάλη τέχνη τη διάταξη των λουλουδιών στα βάζα, την ικεμπάνα, την «τέχνη να ζωντανεύεις τα λουλούδια». Ο Γιαπωνέζος, αν θέλει αληθινά να λογαριάζεται μορφωμένος, πρέπει να ξέρει ν’ αρμολογάει τα λουλούδια.
  2. πήλινο, γυάλινο, μεταλλικό ή πλαστικό δοχείο με καπάκι, που το χρησιμοποιούμε συνήθως για φύλαξη τροφίμων ή ποτών

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]