βαζάκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | βαζάκι | τα | βαζάκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | βαζάκι | τα | βαζάκια |
| κλητική | βαζάκι | βαζάκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βαζάκι < υποκοριστικό του βάζο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βαζάκι ουδέτερο
- μικρό βάζο
- ※ εμφανίστηκε η κυρία Φιλαρέτη σερβίροντας με τον δίσκο γλυκό του κουταλιού με δροσερό νερό. «Γλυκό τριαντάφυλλο από μαγιάτικα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα. Στην Πόλη πολύ το συνηθίζαμε, βάλσαμο για το στομάχι. Εδώ δυσκολεύομαι να τα βρω, μα πάντα υπάρχει ένα βαζάκι για τους λίγους και εκλεκτούς μουσαφίρηδες». (Μαίρη Μαγουλά, Το πιο μακρύ ταξίδι, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε βάζο
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)