ανθοδοχείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανθοδοχείο τα ανθοδοχεία
      γενική του ανθοδοχείου των ανθοδοχείων
    αιτιατική το ανθοδοχείο τα ανθοδοχεία
     κλητική ανθοδοχείο ανθοδοχεία
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθοδοχείο < άνθος+δοχείο. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vase à fleurs

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθοδοχείο ουδέτερο

  • δοχείο, συνήθως διακοσμητικό, στο οποίο τοποθετούνται άνθη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]