ανθοδοχείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανθοδοχείο ανθοδοχεία
γενική ανθοδοχείου ανθοδοχείων
αιτιατική ανθοδοχείο ανθοδοχεία
κλητική ανθοδοχείο ανθοδοχεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανθοδοχείο < άνθος+δοχείο. (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική vase à fleurs

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανθοδοχείο ουδέτερο

  1. δοχείο, συνήθως διακοσμητικό, στο οποίο τοποθετούνται άνθη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]