Μετάβαση στο περιεχόμενο

synonym

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
synonym synonyms

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

synonym (en)


Δανικά (da)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

synonym (da)

Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

synonym (sv)