Μετάβαση στο περιεχόμενο

tétraédrique

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tétraédrique tétraédriques

tétraédrique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]