tap
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| tap | taps |
tap (en)
- η βρύση, η συσκευή
tap water - νερό της βρύσης
She’s tightening the tap so it’s not running.
- Σφίγγει τη βρύση για να μην τρέχει.
- το ελαφρό χτύπημα, το πάτημα
I felt a (light) tap on my shoulder.
- Ένιωσα ένα ελαφρό χτύπημα στον ώμο μου.
A touch screen that doesn't respond properly to taps can make your device seem like it’s running slow.
- Μια οθόνη αφής που αποκρίνεται λανθασμένα στα πατήματα μπορεί να κάνει τη συσκευή σας να φαίνεται ότι λειτουργεί αργά.
- ο σπειροτόμος, εργαλεία για τη διάνοιξη εσωτερικών σπειρωμάτων
- (φωνητική) το μονοπαλλόμενο σύμφωνο
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | tap |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | taps |
| αόριστος | tapped |
| παθητική μετοχή | tapped |
| ενεργητική μετοχή | tapping |
tap (en)
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω ελαφρά και γρήγορα
He tapped (lightly) on the window.
- Χτύπησε ελαφρά στο παράθυρο.
She was tapping her foot impatiently on the floor.
- Χτυπούσε το πόδι της ανυπόμονα στο πάτωμα.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χτυπάω ρυθμικά
The music made everyone tap their feet.
- Η μουσική έκανε όλους να χτυπούν ρυθμικά τα πόδια τους.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) εκμεταλλεύομαι μια πηγή ενέργειας, γνώσης κτλ. που ήδη υπάρχει
We need to tap (into) the expertise of the people we already have.
- Πρέπει να εκμεταλλευτούμε την τεχνογνωσία των ανθρώπων που ήδη έχουμε.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε το phrasal verb capitalize on
- (μεταβατικό) παγιδεύω τηλέφωνο
They tapped our (phone) line.
- Παγίδευσαν την γραμμή μας.
- (μεταβατικό, συνήθως στην παθητική φωνή) ξεχωρίζω, διαλέγω κάποιον να κάνει μια συγκεκριμένη δουλειά
He was tapped for a promotion.
- Τον ξεχώρισαν για προαγωγή.
He has been tapped for research work.
- Τον έχουν διαλέξει για ερευνητική δουλειά.
- (μεταβατικό) πατάω την οθόνη μιας συσκευή
Tap the app icon you want to load.
- Πατήστε το εικονίδιο της εφαρμογής που θέλετε να φορτώσετε.