Μετάβαση στο περιεχόμενο

thalassocratie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
thalassocratie thalassocraties

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

thalassocratie (fr) θηλυκό