thimble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/ˈθɪmbəl/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

thimble (en)

  1. δαχτυλήθρα
  2. μικρή ποσότητα, όσο χωρά σε δαχτυλήθρα