Μετάβαση στο περιεχόμενο

tiédeur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
tiédeur tiédeurs

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tiédeur (fr) θηλυκό