tickle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

tickle (en)

  1. το γαργάλημα

Ρήμα[επεξεργασία]

tickle (en)

  1. γαργαλώ
  2. προκαλώ ευχαρίστηση ή διασκέδαση
    the abbreviation for Nixon's presidential campaign committee (CREEP) really tickles me