Μετάβαση στο περιεχόμενο

tlacatl

Από Βικιλεξικό

Κλασικά νάουατλ (nci)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

tlacatl (έμψυχο)

  1. άνθρωπος
  2. σκλάβος, σκλάβα (με κτητικό, λ.χ. notlacauh: είναι σκλάβος/α μου)