together

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

together (en)

  1. μαζί (συγχρόνως)
  2. μαζί (στο ίδιο μέρος)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]